Τα υποκοριστικά…

[Αναδημοσίευση]

Από το blog της Μαρίας Αρχιμανδρίτη ,  μεταφέρει ο DrAluca

Ήταν από εκείνες τις στιγμές που ο χρόνος γίνεται  αργός, σχεδόν παχύρευστος… ήταν εκείνες οι λέξεις που καρφώθηκαν  στο μυαλό μου… που σφηνώθηκαν  στο αυτί  μου… που τις  κουβάλησα μέχρι το σπίτι μου… που κατάντησαν εμμονη. Δεν ήξερα εκείνο το πρωί  που σηκώθηκα με το ζόρι από το κρεβάτι, που έβρισα για ακόμη μία φορά τα πονεμένα από την υγρασία κόκκαλα μου, που έψαχνα τις παντόφλες μου κάτω από το κρεβάτι , πως η ζωή μου θ’αλλαζε… και όχι μόνο η δικη μου…

Οι κινήσεις μου βαριές, η διαθεσή μου ακόμα πιο βαριά, ήταν και εκείνο το τηλεφώνημα την προηγούμενη νύχτα για να πάω στον δικηγόρο να υπογράψω. Βιαζόταν  ο κύριος, να πάρει το διαζύγιο… 30 χρόνια παντρεμένοι δεν βιαζόταν για τίποτα, όλα αργά τα έκανε, πρωτοβουλία καμία… εγώ όλα! Εγώ να νοιαστώ για το σπίτι, τα παιδιά, να έχω δουλειά για να είναι όλα καλα. Αυτός, στον κόσμο του… καμιά περιστασιακή δουλειά, η καφετέρια, το τάβλι του και αμπελοφιλοσοφία… από αυτήν χορτάσαμε…

΄΄Μην αγχώνεσαι Μαρακι… όλα θα γίνουν…΄΄αυτό έλεγε συνέχεια… όμως τιποτα δεν περίμενε, οι λογαριασμοί, το νοίκι, οι σπουδές των παιδιών… όλα εγω.

..και στο τελος εμεινα μονη να γκρινιαζω για τα κοκκαλά μου…κι αυτός  βρήκε άλλον χορηγό, μια ρωσίδα οικιακη βοηθο… και το Μαρακι;

Τα βήματά μου αργά, ποιος άλλωστε βιάζεται να πάει στον γιατρό… ν’ακουσει τ’αποτελέσματα των εξετάσεων…

Η πορεία έως το γραφείο του γιατρου εκείνη την ημέρα, στο μυαλό μου ήταν Οδύσσεια. Το λεωφορείο, ο κόσμος, οι ομιλίες στ’αυτιά μου πότε έφταναν ως ψίθυροι και πότε ως κραυγές. Κοιτουσα τα χέρια μου και δεν μπορούσα να τα αναγνωρίσω… πρησμένα… ίσως φταίει η δουλειά στο σούπερ μάρκετ και το βάλε βγάλε από το ψυγείο.  Πως έγινες έτσι Μαράκι;

Πάντα με φώναζαν Μαράκι, από μικρη… οι γονείς μου, οι φίλες μου, ο αχαΐρευτος ο άντρας μου… και όταν τους ρώταγα γιατί  όχι  Μαρία, όλοι μου έλεγαν πως το Μαράκι μου πάει περισσότερο… Και άνθρωποι που μόλις  με γνώριζαν, παρόλο που συστηνόμουν με το όνομά μου κανονικά, αυτοί Μαράκι με φώναζαν…

Και αυτό το Μαράκι, το μικρ’οτερο από 4 αδερφές, βιάστηκε να μεγαλώσει, παντρεύτηκε από τα 18 του παρόλο που είχε δυνατότητες στο σχολείο (ήταν που ο μπαμπάς δεν είχε δυνατότητες οικονομικές), βρήκε ένα σπιτάκι, μια δουλίτσα, έκανε δυο παιδάκια, είχε την ζωούλα του… ζωούλα του…το πως άντεξα αυτήν  τη ζωουλα-Γολγοθά εγώ το ξέρω… και τα κόκκαλά μου…

Το γραφείο του γιατρούυ μου φάνηκε πιο μικρό, πιο αποπνικτικό και η γραμματέας τερατόμορφη.

-Καλημέρα σας ξέρω έχετε ραντεβού, απλά συνέβη κάτι έκτακτο και πέρασε κάποιος έλλος μέσα, όμως μην ανησυχείτε σε λιγουλάκι θα σας δει ο γιατρός.

Πως το λιγουλάκι έγινε 3 τέταρτα δεν κατάλαβα…γιατί τότε ΄΄λιγουλάκι΄΄… πες την αλήθεια κοπέλα μου! Ποτέ μου δεν κατάλαβα τα υποκοριστικά γιατί υπάρχουν…για να προσθέτουν γλυκύτητα ή για αποπλάνηση; Ένα ψέμα τα υποκοριστικά ένα μεγάλο ψέμα… αλλά κανείς δεν το έχει συνειδητοποιήσει μέχρι τώρα… έτσι μου έρχεται να φωνάξω από το παράθυρο πως…

Τις σκέψεις μου διέκοψε ένα κακάρισμα.  Πάλι ο γιος μου ειχε αλλάξει ήχο στο κινητό μου… μήνυμα: ΄΄Μανουλίτσα, μου τελείωσαν τα λεφτουδάκια μου… Please στειλε! Φιλάκια΄΄…  Αυτή ήταν η κόρη μου, που με λέει  ΄΄μανουλίτσα΄΄ μόνο όταν της τελειώνουν τα λεφτά… είναι  φοιτήτρια και δεν μπορώ να κάνω αλλιώς… φοβάμαι την αντίδρασή της αν δεν της στείλω… είναι σκληρή σαν τον πατέρα της, μπορεί να κάνει οποιαδήποτε τρέλα… όπως τότε που της αρνήθηκα να πάει  πενταήμερη και με χαστούκισε… κόντεψα να τρελαθώ… ήθελα να την χτυπήσω… όμως την αγκάλιασα και τελικά την έστειλα πενταήμερη… Άκου μανουλίτσα στείλε λεφτουδάκια… λες και βρέχει λεφτουδάκια… να το πάλι…υποκοριστικά… τελικά είναι παντού…

-Κυρια Μαρία, μπορείτε να περάσετε στο γραφείο του γιατρού και συγγνώμη για την καθυστερησούλα…

(Νατο πάλι!)

Την κατακεραύνωσα μ’ένα βλέμμα αρκετό για να ψήσει μια στοίβα λουκάνικα… Τα πόδια μου ασήκωτα, σα να μην ήθελαν να μπουν μες στο γραφείο. Καλημερίζω τον γιατρό που δεν μου φάνηκε και πολύ ευδιάθετος και χύνομαι στην πολυθρόνα. Τα δευτερόλεπτα μοιάζουν με αιώνες.  Από μέσα μου μετράω… ένας  αιώνας, δύο αιώνες, τρεις αιώνες…

-Κυρία Μαρία είστε 48 ετών.

Και γι’αυτό του έδωσαν δίπλωμα γιατρού;

-Ναι γιατρέ μου τόσο είμαι.

Του σκάω ένα κουρασμένο χαμόγελο.

-Δεν θα σας πω πολλά

Ναι αλλά εγώ θα σου σκάσω πολλά ευρώ φεύγοντας…

-Θα σας πω  πως τ’αποτελέσματα των εξετάσεων δεν είναι καλά… αν είχατε κάνει τις εξετάσεις νωρίτερα… τότε τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά… μπλα,μπλά, μπλα, μπλα…

Δύο λέξεις στριφογύριζαν στο μυαλό μου στο γυρισμό για το σπίτι, που κατέληξαν  πονοκέφαλος… ίλιγγος… που με γονάτισαν μπροστά στην λεκάνη να βγάζω τα σωθικά μου.

Έξι μήνες… Έξι μήνες… Έξι μήνες…

Έξι μήνες ζωή…

Έξι μήνες ζωούλα… Έξι μήνες ζωούλα  Μαράκι…η ζωούλα σου Μαράκι… Έξι μήνες ζωούλα…

Ξανά και ξανά, μέχρι το βράδυ που έπεσα για ύπνο… τα βλέφαρα πιο βαριά από ποτέ… σα να προσπαθούσαν να σφραγιστούν από  τώρα…

Το χτύπημα της πόρτας, ανοίγω… ήσαν όλοι εκεί στο κατώφλι μου  και γελούσαν. Οι γονείς, τα παιδιά μου, ο αχαΐρευτος, η υπεύθυνη του σούπερ μάρκετ και φώναζαν ΄΄Μαράκιιιιιιιιι, Μαράκιιιιιιιιιιι΄΄΄και γέλαγαν και η μορφή τους άλλαζε και ασχήμαινε… και θόλωνε… και φώναζαν και γέλαγαν και με τραβούσαν…

Ξύπνησα μούσκεμα στον ιδρώτα. Σηκώθηκα να πιω λίγο νεράκι. Φτού! Νερό ήθελα να πω. Ότι σε –άκι από εδώ και πέρα τέρμα. Κάθομαι στο τραπέζι. Η βρύση στάζει και αντί για το γνωστό φλουπ φλουπ της σταγόνας ακούγεται ΄΄Μαράκι-Μαράκι΄΄. Χώνω τα δάχτυλα μέσα στ’αυτιά μου να μην ακούω.  Για λίγα δευτερόλεπτα σιωπή. Μόνο ένα ακαθόριστο βουητό. Σαν αυτό του κοχυλιού.

Το ρολόι απέναντι δείχνει 5 κι αύριο είμαι πρωϊνή στο σούπερ μάρκετ.

Στριφογυρνούσα  μέχρι που άκουσα το ξυπνητήρι. Σηκώθηκα, ντύθηκα, ήπια καφέ. Είχα πάρει την απόφαση να μην το πω πουθενά. Απαρατήρητη περασα σ’αυτήν την ζωή, απαρατήρητη θα φύγω… τα άτιμα τα κόκκαλα μου πως με πονάνε.

Στη δουλειά το μυαλό μου είναι αλλού. Έξι μήνες μετά. Η κόρη μετά από έξι μήνες θα είναι ακόμα φοιτήτρια, ο γιος μου ακόμα φαντάρος και ο άντρας μου ακόμη…μαλάκας! Τον σκέφτομαι και πιέζω ακόμα πιο πολύ το ζαμπόν επάνω στον κόφτη.Κι εγώ… δεν θα είμαι εδώ… και όλοι θα λένε το καημένο το Μαράκι, τι άδικο αυτό που της συνέβη, λες και μέχρι τώρα ότι μου συνέβη ήταν δίκαιο… πωπω πως μ’εκνευρίζει αυτό…

-Γαμώτο!

Δαγκώνω τα χείλη μην με ακούσει η πελάτισσα.

Το ζαμπόν κατακόκκινο στα χέρια μου… ρυάκι το αίμα στο το χέρι μου… ίσα που το πρόλαβα… οι φέτες που ήδη είχα κόψει κι αυτές μες στο αίμα… και τι έγινε… δεν βαριέσαι… εδώ εγώ σε 6 μήνες… τυλίγω τις φέτες γρήγορα στο χαρτί… περνάω λαστιχάκι και της δίνω στην κυρία που τόση ώρα χάζευε τις κονσέρβες για τους σκύλους. Τουλάχιστον το ζαμπον θα το φάει ο σκύλος…

Χώνω το ματωμένο χέρι μου στην τσέπη της ποδιάς μου και στην συνέχεια χώνω τον εαυτό μου στην αποθήκη. Κάθομαι πανω σ’ενα τενεκέ φέτα. Το χέρι μου αιμορραγεί.

Θα μπορούσα να τ’αρχίσω όλα τώρα. Το τσιγάρο, το ποτό, τα ναρκωτικά. Τι νόημα εχει όμως… η αίσθηση του ρίσκου είναι που κάνει την διαφορά και τώρα ρίσκο δεν υφίσταται.

Το τρίξιμο της πόρτας μου χαλάει ακόμα πιο πολύ την διάθεση. Κάποιος έρχεται. Ακούω μία γνώριμη φωνή.

-Εδώ είσαι Μαράκι;

Αυτό το ΄΄Μαράκι΄΄ ήταν το χειρότερο από τα ΄΄Μαράκια΄΄.  Αν το κάθε Μαράκι ως λέξη είχε μορφή αυτό θα ήταν ένα σνομπ  αχώνευτο πλάσμα. Τέτοιο πλάσμα  ήταν η υπεύθυνη στο τομέα αλλαντικών και τυριών, η οποία δεν με χωνεύει και δεν χάνει στιγμή που να μην με κατσαδιάσει. Με γρήγορες κινήσεις ανοίγω τον τενεκε και χώνω το πετσοκομματιασμένο μου χέρι μέσα στην φέτα. Δαγκώνω τα χείλη να μην ουρλιάξω από τον πόνο. Είναι πολυ αλμυρη η φέτα και κανει την πλήγη ανυπόφορη.

-Ναι εδώ είμαι βγάζω λίγη φέτα, τελείωσε μπροστά.

Πωπω, τι αλμυρή φέτα. Θεέ μου!

-Α! καλά κάνεις αν και δεν αφήνουν το πόστο τους χωρίς να ενημερώσουν. Δεν είναι η πρώτη φορά που το κάνεις. Μ’ έχεις κουράσει  να σου κάνω υποδείξεις.

Δεν την κοιτάω, βυθίζω το βλέμμα στη φέτα που έχει αρχίσει να γίνεται ροζ. Το μόνο που εύχομαι να μην δει την λερωμένη μ’ αίμα  ποδιά μου.

-Ξέρετε δεν νιώθω καλά σήμερα. Μπορώ να φύγω για σήμερα;

-Είσαι με τα καλά σου; Χθες έλειψες! Τι το πέρασες εδώ;  Τελείωνε με την φέτα και άντε στο πόστο σου. Δεν βλέπεις τι γίνεται γύρω σου, τι ανεργία υπάρχει. Χαρη σου κάνουμε και σε κρατάμε. Λαμπάδες πρέπει να μου ανάβεις που δεν λέω τίποτα να σε απολύσουν. Αν δεν ήμουν εγώ να σε λυπάμαι θα είχες πάρει πόδι.Και ειδικά στην ηλικία σου!

Με κοιτάει σαν σκουπίδι και φεύγει.

Βγάζω το χέρι η πληγή αιμορραγεί ακόμα και η φέτα έχει γίνει σχεδόν κόκκινη. Σκουπίζω το χέρι μου, βγάζω την ποδιά και την κρυβω πίσω από τα σαλάμια. Μέρα είναι θα περάσει. Και τότε σκέφτηκα πως θα το είχα πει στην ζωή μου χιλιάδες φορές. Από σήμερα θα έπρεπε να εύχομαι το αντίθετο.

Το κακάρισμα για άλλη μια φορά με έβγαλε από βαθιά σκέψη… κοιτάω την οθόνη του κινητού μου να γράφει ΄΄μαλάκας΄΄, ο άντρας μου… τι θέλει τώρα…

-Ναι ποιος;  ’Οχι δεν πήγα… δεν πρόλαβα… μάλλον δεν θέλω να υπογράψω… δεν γουστάρω… όχι να μην έρθεις από το σπίτι… δεν έχουμε να πούμε τίποτα… σου είπα όχι… θα λείπω… ρε άνθρωπε, σου εξηγώ…

Το έκλεισε θα έρθει από το σπίτι…

…………………………………………………………………………………………..

Ξεκλειδώνω μπαίνω μέσα στο σπίτι… σκοτάδι… σκοτάδι μέσα μου… έξω μου… παντού μου…

Κλείνω τα μάτια και με φαντάζομαι κάπου όμορφα ξέγνοιαστα… ίσως στο πατρικό μου, αν ζούσαν οι γονείς μου… οι αδελφές μου… αν μιλούσα μαζί τους… απίστευτο το πως έμεινα μόνη… και τα παιδιά μακριά… μακριά αλλά μ’εχουν ανάγκη…

Σηκώνομαι ανοίγω την τηλεόραση, την δυναμώνω ίσα να μου κάνει παρέα… το χέρι μου τυλιγμένο με γάζα με πονά… φτιάχνω μια σαλάτα, την οποία και πετάω… δεν μπορω να φάω, να καταπιώ… είναι αυτός ο  κόμπος στον λαιμό μου…

Τις σκέψεις μου και τον μονόλογο της τηλεόρασης διακόπτει ο ήχος του κουδουνιού της εξώπορτας… Ποιος ναναι..

Ανοίγω την πόρτα. Τον αντικρίζω. Έχει το ίδιο ειρωνικό βαριεστημένο βλέμμα που κουβαλάει εδώ και χρόνια.

-Γειά σου Μαράκι μου!

Γειά σου Μαλάκα!

-Γειά σου και σένα. Πέρνα.

Με αργά νωχελικά βήματα  διασχίζει το κατώφλι.

-Βρε Μαράκι μου, πολύ σκοτεινά είναι εδώ μέσα.

Αστραπιαία ήρθε στο μυαλό η τελευταία συνάντηση που είχαμε. Η μελανιά στο μάτι μου…

-Πριν λίγο ήρθα δεν πρόλαβα ν’ανοίξω τα παντζούρια. Λέγε τι έχεις να πεις.

Θρονιάζεται στην καρέκλα βγάζει το κομπολόϊ και αρχιζει το παραμύθι…

-Μαράκι μου, ξέρεις πόσο σ’εκτιμω…

Ναι εμένα και την δουλειά, ιδιαιτέρως την δουλειά.

-Κάναμε τα παιδάκια μας, ζήσαμε ευτυχισμένα, αλλά ολά τα καλά έχουν και το τέλος τους… για ν’αρχίσουν άλλα… και όλο αυτό είναι ένας κύκλος… και..

-Ναι καλά, καφέ θες;

-Ναι γιατί όχι.

Υπό άλλες συνθήκες όχι καφέ δεν θα του έφτιαχνα… απλα ήθελα να πάρω δύο ανάσες… αυτόν τον άνθρωπο κάποτε τον αγάπησα…κάπου στο βάθος του μυαλού μου μπορώ να βρω δύο-τρείς καλές αναμνήσεις… μήπως να του το έλεγα πως έχω έξι μήνες… ίσως γύριζε… τι  έχω να χάσω… έξι μήνες είναι… δεν θα είμαι μόνη…

Φτιάχνω καφέ… δεν εχω γλυκό… θα καθαρίσω δύο μήλα… μαχαίρι… δίσκο…

Με περιμένει καθιστός στον καναπέ και σκεφτικός, υπερβολικά σκεφτικός για αμοιβάδα.

-Έτοιμος ο καφές σου

-Μπράβο βρε Μαρακι. Έχω να το πω για την νοικοκυροσύνη σου… και εκείνο το στιφάδο σου! Μούρλια!

-Η ρωσίδα δεν σου φτιάχνει στιφάδο;

Κόντεψε να πνιγεί με τον καφέ.

-Μαράκι μην με φέρνεις σε δύσκολη θέση… γι’αυτό ήρθα… για το διαζύγιο…

Οι φλούδες ωραιότατα κομμένες σπιράλ πέφτουν στα γονατά μου….

-Θέλω να υπογράψεις το διαζύγιο… και… πως να στο πω…

-Να σου πω εγώ πρώτα. Κάτι πολύ σοβαρό…

Κομπιάζω..παίρνω ανάσα..

– Έχω έξι μήνες ζωή.

Νομίζω πως μπορώ ν’ακούσω την βρύση στην κουζίνα που στάζει… τέτοια ησυχία..

-Θα ήθελα, σ’αυτά τα 30 χρόνια που ζήσαμε μαζί… στα παιδιά μας…

Τα δάκρυα πέφτουν πάνω στις ωραιότατα σπιράλ κομμένες φλούδες…

-Θα ήθελα να μην πάρουμε διαζύγιο… ν’αφήσεις την ρωσίδα… να έρθεις να μείνεις μαζί μου…

Είχαν ασπρίσει οι κόμποι των δαχτύλων μου καθώς έσφιγγα το μαχαίρι.

-Μαράκι

Ψέλισε κατάχλωμος…

-Λυπάμαι, αλήθεια λυπάμαι…

-Τότε γύρνα για έξι μήνες…

-Δεν γίνεται δεν μπορώ….

Γουρλώνω τα μάτια.

-Ξέρεις Μαράκι… πως να στο πω… θα γίνω ξανά πατέρας… δεν μπορώ να την αφήσω στην κατάσταση της… κι εσυ σε έξι μήνες δεν θα είσαι εδώ… δεν γένεται… κι εγώ ήρθα να σου πω… και για το σπίτι… θ’ελω να πω…

Γουρλώνω ακόμα πιο πολύ τα μάτια…

-Θα χρειαστώ το σπίτι… είναι δικό μου άλλωστε… κληρονομιά απο τους γονείς μου… αλλά αφού ήρθαν έτσι τα πράγματα. Έξι μήνες είναι θα περάσουν… θέλω να πω…

-Φύγεεεε!

Δεν αναγνωρίζω την φωνή μου…

Σηκώνεται αυτή την φορά τα βήματα του είναι βιαστικά. Κατευθύνεται προς την εξώπορτα. Τον ακουλουθώ με γουρλωμένα μάτια… είναι μόλις ένα βήμα μπροστά… βλέπω την πλάτη του…

Από τα μάτια μου περνάνε όλα… η μέρα που με ζήτησε από τους γονείς μου… το πρώτο μας φιλί… η γέννηση της κόρης μας… Σφίγγω την γροθιά… νιώθω το ζεστό από την πίεση μέταλλο… και το κατεβάζω με δύναμη στην πλάτη του… μία… δύο… τρεις φορές… γονατίζει… και συνεχίζω σ’όλη την πλάτη… με όλη μου την δύναμη… βογγάει… αίμα παντού… εγώ κρατώ το μαχαίρι ακόμα… τρέμω… τρέχω στο μπάνιο… κλέινω πίσω μου την πόρτα. Πλένω τα χέρια μου… τρέμω ολόκληρη… κρυώνω… κάθομαι στην άκρη της μπανιέρας και ρίγη με διαπερνούν…

Ακούω βογγητά απ’έξω… χώνω τα δάχτυλα στ’αυτιά… ακούω τα δικά μου βογγητά από μέσα μου… κλείνω τα μάτια κι επαναλαμβάνω…

-Ειναι εφιάλτης… είναι εφιάλτης… είναι εφιάλτης… δεν είναι αλήθεια… είναι εφιάλτης…

Το κεφάλι μου κοντεύει να σπάσει… βγάζω τα δαχτυλα από τ’αυτιά… ησυχία… δεν ακούω πια βογγητά… άρα ήταν εφιάλτης.

Βγαίνω από την τουαλέτα πιστεύοντας πως όλα ήταν στην φαντασία μου. Κοιτάω στο πάτωμα βλέπω το μαχαίρι… δέκα βήματα πιο πέρα αυτός… ακίνητος…

Δεν τολμώ να το σκεφτώ. Μαράκι τι έκανες; Τι έκανες; Σκότωσες….

Τα μάτια μου βουρκώνουν… κάθομαι στην άκρη της πολυθρόνας και χώνω το πρόσωπό μου στις χούφτες μου…

Και τωρα τι κάνω… θα τον ψαξουν… τι εκανα θεέ μου… τι έκανα… αργά ή γρήγορα θα τον ψάξουν… η ρωσιδα… σίγουρα… ξέρει οτι ήρθε εδώ… θα φέρει και την αστυνομία… οι τελευταίοι έξι μήνες στην φυλακή… όχι… και τα παιδιά μου… τι να κανω θεέ μου… τι να κάνω… μάλλον τι να τον κάνω… και είναι και μεγαλόσωμος … στο σπίτι θα τον βρουν αργά ή γρήγορα … να εξαφανίσω το λερωμένο χαλί … να καθαρίσω … ναι αλλά αυτόν τι να τον κάνω… να τον κρύψω θα μυρίσει… εκτός κι αν… στον καταψύκτη… δεν χωράει…

Αχ, πάλι αυτή η ζαλάδα, το τρέμουλο… να κλείσω τα παντζούρια… πρέπει να βιαστώ.

…………………………………………………………………………………………..

Έχει βραδιάσει και ακόμα τεμαχίζω. Το χαλί στην  αποθήκη σκεπασμένο. Σφουγγάρισα. Το τηλέφωνο κατεβασμένο. Κάνεις δεν χτύπησε το κουδούνι. Εγώ εδώ πετσοκόβω. Και να τελικά που το δώρο που μου είχες κανει στην επέτειό μας θα φανεί χρήσιμο παλιομαλάκα. Ο καταψύκτης θα γίνει το φέρετρο σου. Όλη η κουζίνα εχει γεμίσει με αίμα και ήδη έχω πάει τρεις φορές και έχω βγάλει τ’ έντερα μου. Η αρρώστια, η μυρωδιά … ίσως και όλα… είμαι ολόκληρη γεμάτη αίματα. Έχει σημασία; 6 μήνες μόνο… τις σκέψεις μου διέκοψε το κακάρισμα από τον Άδη…

Υπάρχουν εφιάλτες στους οποίους βουτάς με λαιμαργία και καταπίνεις χωρίς ανάσα κάθε τύψη… το μέσα σου παγώνει… μια παγωμένη κόλαση… και το μυαλό σου φλέγεται… και διψάς για εκδικηση… ναι Μαράκι διψάς… μη μου πεις πως δεν κρυφογέλασες καθώς έχωνες το μαχαίρι στην σάρκα του μαλάκα… σε είδα… ένα μισό χαμόγελο είχε σταμπαριστεί στην φάτσα σου… το ήθελες… χρόνια τώρα…την αφορμή ήθελες και την βρήκες στην αρρώστια σου… αυτά σκέφτεσαι και ξαγρυπνάς… το Μαράκι… δεν είναι όνομα αυτό για δολοφόνο… έτσι δεν είναι Μαρία; Τέρμα πια το Μαρακι μας τελείωσε. Μ’ αυτή την σκέψη έκλεισαν τα βλέφαρα σου… ενώ ο μαλάκας μέσα σε σακουλάκια γέμιζε την κοιλιά του καταψύκτη… τελικά Μαρία έχεις και χιούμορ …ποιος άλλος θα έγραφε στην ετικέτα πάνω στο σακουλάκι  ΄΄Μαλάκας΄΄…

…………………………………………………………………………………………

Πολτοποίηση… κρέας… κομμάτια… πολτός… ψευδαίσθηση, πολτός… κιμάς… καθαρά κομμάτια κρέας… καθαρά κομμάτια αναισθησίας και μαλακίας… υποκρισία ο κιμάς… σαν τα υποκοριστικά… κάτι που πλέον δεν μοιάζει με κρέας αλλά είναι… λιγότερη φρίκη… απλά μια ψευδαίσθηση… κι εγώ αυτό σας δίνω μια ψευδαίσθηση… πως ο κιμάς αυτός είναι δήθεν χοιρινός… αλλά έτσι κι αλλιώς ένα γουρούνι ήταν… σε λίγες μέρες ο μαλάκας θα έχει στολίσει άπειρα πιάτα για γεύμα ή δειπνο… για σκυλάκια και ανθρώπους…

Εδώ και μέρες περιφέρω ένα μακάριο βλέμμα… σα να έχω κερδίσει όσκαρ και είμαι στην φάση που ευχαριστώ το θεό για τον ταλέντο μου και τους γονείς μου που με βγάλαν στο κλαρί από τα 13 για να φτασω εδώ που είμαι. Τα κόκκαλά μου με πονάνε, συνεχίζω και  ξερνάω και επιμένω και ανασαίνω… και χαμογελάω…ν α και τωρα στον αστυνομικό έξω από την πόρτα μου… σκάω ένα τεράστιο χαμόγελο…

-Καλησπέρα σας

Με κοιτά το όργανο με δυσπιστία… με δυσκοιλιότητα μάλλον…

-Καλησπέρα σας κυρία μου, θα ήθελα να σας κάνω κάποιες ερωτήσεις.

Μα, ναι φυσικά και θα μου έκανες..

-Ναι φυσικά, είναι κάτι σοβαρό; Περάστε μέσα να σας φτιάξω κι ένα αφέψημα βασιλικού…

Αχ Μαρία, εκτός από το χιούμορ, ανακάλυψες και την ειρωνία… μ’αρέσεις… ακόμα και αυτό το βλέμμα ικανοποίησης που έχεις καθώς κλείνεις την εξώπορτα πίσω από την πλάτη του αστυνομικού…

Άντρες… κάνε λίγο την ανήξερη, την αθώα, την κακομοίρα και σ’ έχουν λατρέψει… όπως ήρθε έφυγε το όργανο της τάξης… με τις ίδιες απορίες… δεν ήρθε ποτέ σε μένα ο μαλάκας… εγώ όλο το απόγευμα κοιμόμουν κύριε όργανο… ξέρετε… θα σας εκμυστηρευτώ κάτι… σε εξι μήνες τα τινάζω…και πονάω… υποφέρω… αυτό ήταν… μόνο που δεν έβαλε τα κλάματα…

Μίλησα με την κόρη μου, δεν θα έρθει τις διακοπές του Πάσχα θα κάτσει λέει να διαβάσει για την εξεταστική του Ιουνίου και θέλει λέει λεφτά… πήρε και τον πατέρα της τηλ. και δεν απαντάει… την πήραν και από το τμήμα και την ρώταγαν μήπως επικοινώνησε με τον πατέρα της… ίδια ο πατέρας της αυτό το παιδί… στον κόσμο και η πάρτη της μονάχα… μου φέρεται σαν ηλίθια… λες και δεν έχω καταλάβει πως εδώ και δυο χρόνια συζεί με κάποιον… αλλά τι να της πω… σκληρή και αναίσθητη… αν και ίσως τελικά να πήρε από μένα…

Τις τελευταίες μέρες πονάω όλο και πιο πολύ… ανακατεύομαι συνέχεια… και είμαι απρόσεκτη… χθες που κουβάλησα τα κομμάτια του μαλάκα στο σούπερ μάρκετ έσταζε η τσάντα…φαίνεται είχε ξεπαγώσει η σακούλα… η στρίγγλα η υπεύθυνη είδε στάλες αίμα στο διάδρομο… τι να της πω…. είπα πως μου ήρθε περίοδος ξαφνικά… τα είχα λίγο χαμένα… πριν πάω στην δουλειά, πέρασα από την εκκλησία της γειτονιάς, ήταν η εκκλησία που παντρεύτηκα, μπήκα μέσα κρατώντας την σακούλα με τον αριστερό ώμο του μαλάκα… έμεινα κανα δεκάλεπτο μπροστά από το παγκάρι με τα κεριά με το ένα χέρι μετέωρο κρατώντας το αναμμένο κερί και με την σακούλα στην αγκαλιά μου… δεν το άναψα το κερί… δεν ήξερα σε τι να προσευχηθώ, έφυγα σαν κυνηγημένη…

Αύριο πρέπει να πάω πάλι στον γιατρό να μιλήσουμε… υπάρχουν λέει κάποια φάρμακα σε πειραματικό στάδιο… δεν θα μου στοιχίσει λέει τίποτα. Όντως γιατρέ ότι ήταν να χάσω το έχασα… δεν έχω να χάσω τίποτα…

Το μυαλό μου παίζει παιχνίδια… δεν είναι μόνο οι ζαλάδες… τώρα τελευταία οι άνθρωποι… ασχήμυναν… σαν να φοράνε όλοι από μια μουτσούνα… παντού καρικατούρες… ίσως τα καινούρια φάρμακα… σήμερα έκανα κιμά και τα τελευταία κομμάτια του μαλάκα… τα πήρε μία μεσόκοπη με καρώ φούστα έσερνε κι ένα παιδάκι που όλο έκλαιγε… κανιβαλοι… όχι δεν φταίω εγώ… από μικροί μας μαθαίνουν να είμαστε κανίβαλοι, μπορεί να μην τρώμε στην κυριολεξία ανθρώπους αλλά τρώμε τις ψυχές τους και αυτό είναι χειρότερο…

Τα χέρια μου είναι κατακόκκινα και μουδιασμένα… μέσα-έξω στο ψυγείο… στιγμιαία πρήζονται και ξεπρήζονται… φουσκώνουν και ξεφουσκώνουν… πότε γίνονται μπλε πότε κόκκινα… πωπω, αυτά τα χάπια…

-Μαρία έλα λίγο στην αποθήκη που θέλω να σου μιλήσω

Σαν βόμβα με φιδίσιο συριγμό έσκασε η φωνή της υπεύθυνης. Ναι σκύλα τώρα έρχομαι.

-Αμέσως τώρα.

Κάνω ένα βήμα και ζαλίζομαι,  ακουμπώ στον πάγκο, σηκώνω το κεφάλι και όλα θολά, κάποιος μου ζητάει κάτι. Κάτι σε 10 φέτες ζαμπόν… όλα σε ζυγό αριθμό… πάντα… τυρί, ζαμπόν… τι λες!  Σύνελθε Μαρία….

Στην αποθήκη με περίμενε η σκύλα…

-Μαρία έχω να σου πω κάποια πολύ σημαντικά πράγματα

Φυσικά σκύλα πάντα έχεις…

-Σε ακούω…

Ξεροβήχει

-Δουλεύεις 10 χρόνια στην αλυσίδα …και ξέρεις πόσο εγώ σε στήριξα…

Ξεροκαταπίνω

-Τόσα χρόνια είχαμε μια ικανοποιητική συνεργασία… πάντα υπήρχαν προβληματάκια λόγω της άγνοιας σου… αλλά είχες παιδιά και σε λυπήθηκα… αλλά έρχονται δύσκολες εποχές και δεν μπορώ πλέον να στηρίξω την συνεργασία μας… ειλικρινά λυπάμαι…

Το κεφάλι της σκύλας μεγαλώνει και μικραίνει… και εγώ ανακατεύομαι… και τα παιδιά; Τι θα γίνουν τα παιδιά μου;….

-Οπότε Μαρία καταλαβαίνεις πως δεν θα σε χρειαστούμε άλλο. Για τις λεπτομέρειες της αποχώρησης σου θα μιλήσουμε κάποια στιγμή. Δεν σε χρειάζομαι άλλο.

Δεν σήκωσα το κεφάλι από το κιτρινόλευκο μάρμαρο. Έτσι σκυφτή κάθισα σε κάτι πακέτα με απορρυπαντικά… αυτή απέναντι μου συνέχιζε και με κοίταγε…

-Είσαι καλα; Μη μου πεις όχι καημένη μου και δεν έχω να σε αντικαταστήσω σήμερα… έλα πήγαινε στο πόστο σου. Ελα σήκω! Γέρασες!

Τη νιώθω να πλησιάζει… και ανακατεύομαι πιο πολύ… μ’ακουμπάει με τραβάει να σηκωθώ… το σώμα μου έχει παραιτηθεί… εχει παραλύσει ενώ το μυαλό οργιάζει…

-Ελα Μαράκι σήκω να πας στην δουλίτσα σου λέω… έλα, δεν μπορώ ν’ασχολούμαι με την πάρτη σου όλη μέρα… σήκω λεμε!

Μαράκι… στην δουλίτσα… η ζωούλα σου… έξι μήνες… μόνη… ολομόναχη…

Η σκύλα με τραβάει από τους αγκώνες και είναι σα να βλέπω τα σάλια  της που πέφτουν στο πάτωμα…

Κλείνω τα μάτια και παίρνω ανάσα. Γεμίζω τα πνευμόνια μου. Μαρία σε έξι μήνες είσαι ελεύθερη. Τ’ ακούς;  Ελεύθερη! Είναι δώρο η αρρώστια σου…

Με τα χέρια μου πιάνω τα δικά της και τα σφίγγω. Αυτή σαστίζει…

-Ωραία, συνήλθες… πήγαινε στην δουλειά σου ήσυχα και ωραία…

Την κοιτάω… τα τεντωμένα αυτιά της, την μακριά μουσούδα της… την γλώσσα της που προεξέχει… τα δόντια της…. της κλείνω το στόμα με την χούφτα μου. Γουρλώνει τα μάτια και με κοιτά σαν αγαλματίδιο των Αζτέκων… δίπλα μου ενας σωρός από τεράστιες κονσέρβες τόνου… οι κινήσεις αστραπιαίες… την χτυπάω στο κεφάλι ασταμάτητα μέχρι που πέφτει στο πάτωμα… αίματα παντού… αρχίζει και φωνάζει… την χτυπάω ξανά και ξανά μέχρι που σωπαίνει… με το κεφάλι μπλαβιασμένο και με την μύτη σπασμένη σχεδόν λιποθυμά…

-Το περίμενες ε; Πες το περίμενες από το Μαράκι;… ε;…

Η ματωμένη κονσέρβα ακόμα στο χέρι μου… τραβάω το τσίγκινο καπάκι και την αδειάζω πάνω της… με το καπάκι της κόβω τον λαιμο… με μια κίνηση…

Σκυμμένη από πάνω της αναρωτιέμαι πως θα είναι η επόμενη μέρα μ’ έναν  μαλακά και μια σκύλα λιγότερους… έξι μήνες μετά με μια Μαρία λιγότερη… ακούγεται φασαρία απ’ έξω…το δωμάτιο μυρίζει ψαρίλα και αίμα… είμαι ελεύθερη… αυτή είναι η κληρονομιά μου η απαλλαγή σας από δυο σκουλήκια… και δεν είναι λίγο… καθόλου λίγο…’’

(c)Mαρία Αρχιμανδρίτη

Ευχαριστώ πολύ την Μαρία για την παραχώρηση.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: